Παρατήρηση Πουλιών
Ολο και πιο συχνά βλέπουμε στην ύπαιθρο των Χανίων ανθρώπους, οι οποίοι με κιάλια και τηλεσκόπια παρατηρούν κάτι, είτε μέσα στη βλάστηση και στα βράχια, είτε στον ουρανό. Πρόκειται κυρίως για ξένους, σπανιότερα Έλληνες, επισκέπτες, παρατηρητές πουλιών. Η Κρήτη είναι γνωστός και δημοφιλής προορισμός αυτών των ειδικευμένων τουριστών.
Αλλά τι είναι αυτό που κάνει την Κρήτη σημαντική για τα πουλιά; Περισσότερα από 300 είδη έχουν καταγραφεί έως σήμερα. Απ’ αυτά, 56 είδη είναι με σιγουριά μόνιμοι κάτοικοί της, ενώ συνολικά 90 είδη φωλιάζουν στο νησί. Τα υπόλοιπα είδη παρατηρούνται κατά τη μετανάστευση, ή είναι χειμερινοί επισκέπτες ή ακόμα και τυχαίοι επισκέπτες. Το ποικιλόμορφο τοπίο εξηγεί εν μέρει το φαινόμενο. Μια ματιά στον χάρτη συμπληρώνει την απάντηση. Με το να βρίσκεται τόσο κοντά στην ηπειρωτική Ελλάδα (100 χιλ), τη Μικρά Ασία (180 χιλ) και την Αφρική (275 χιλ) η Κρήτη επηρεάζεται έντονα απ’ αυτές τις τρεις βιογεωγραφικές περιοχές. Ειδικότερα από τις δύο πρώτες, καθώς τα ενδιάμεσα θαλάσσια διαστήματα μεταξύ τους διασπώνται στα βορειοδυτικά από τα νησιά των Κυθήρων και των Αντικυθήρων και στα βορειοανατολικά από τα νησιά της Καρπάθου, της Κάσου και της Ρόδου. Αυτό καθιστά το νησί έναν σημαντικό σταθμό για τα μεταναστεύοντα υδρόβια, παρυδάτια, στρουθιόμορφα και όπως έχει αποδειχτεί πρόσφατα και για τα αρπακτικά πουλιά. Η Κρήτη δεν είναι το μόνο ή απαραίτητα το καλύτερο μέρος για να επισκεφθεί κάποιος και να παρατηρήσει τη μετανάστευση των πουλιών. Αυτό που την κάνει ένα μέρος άξιο λόγου, είναι τα επιδημητικά πουλιά και οι καλοκαιρινοί “επισκέπτες”.
Το νησί αποτελεί καταφύγιο για τα αρπακτικά πουλιά στην Ελλάδα, κυρίως για το Όρνιο (Καναβός ή Σκάρα - Gyps fulvus) και τον Γυπαετό ή Κοκαλά (Gypaetus barbatus). Εδώ βρίσκονται πάνω από τα 2/3 των Όρνιων της χώρας, με περίπου 120 αναπαραγωγικά ζευγάρια και συνολικά περίπου 450 άτομα. Όμως το είδος-έμβλημα των Κρητικών βουνών είναι ο Γυπαετός. Το επιβλητικό και μοναδικό αυτό πουλί που κινδυνεύει να εξαφανιστεί, έχει έναν αναπαραγωγικό πληθυσμό, τον μοναδικό εναπομείναντα στην Ελλάδα, ο οποίος κυμαίνεται τα τελευταία χρόνια από 3 έως 6 ζευγάρια και ένα συνολικό πλήθος 25-30 ατόμων. Αυτοί οι αριθμοί απέχουν πολύ από τα 12-14 ζευγάρια που υπήρχαν μόλις 15 χρόνια νωρίτερα, αλλά ακόμα και σήμερα ο επισκέπτης των κρητικών βουνών και κυρίως των Χανίων έχει τη δυνατότητα να τον παρατηρήσει. Ο Χρυσαετός ή Βιτσίλα (Aquila chrysaetos) με τουλάχιστον 16 ζευγάρια και ο Σπιζαετός (Hieraaetus fasciatus) με 15-20 ζευγάρια είναι ανάμεσα στα είδη τα οποία κάποιος ο οποίος επισκέπτεται για μια εβδομάδα την Κρήτη θα τα παρατηρήσει οπωσδήποτε. Ο Πετρίτης (Falco peregrinus) είναι καλά κατανεμημένος στο νησί. Η Κοινή Γερακίνα (Buteo buteo) και το Βραχοκιρκίνεζο (Falco tinnunculus) είναι τα πιοκοινά και γνωστά στους ντόπιους αρπακτικά πουλιά. Ένα λιγότερο μελετημένο είδος είναι το Χρυσογέρακο (Falco biarmicus), αλλά είναι δυνατό να παρατηρηθεί σε διάφορα υψόμετρα.
Η Κρήτη επίσης περιβάλλεται από μικρότερα νησιά που φιλοξενούν το 15% του παγκόσμιου πληθυσμού του παγκοσμίως απειλούμενου Μαυροπετρίτη ή Βαρβακιού (Falco eleonorae), ο οποίος εύκολα παρατηρείται να τρέφεται στις ακτές και στα ορεινά του νησιού. Τα βουνά της Κρήτης είναι ίσως το καλύτερο μέρος για να δει παρατηρήσει κανείς εύκολα την Κοκκινοκαλιακούδα (Pyrrohocorax pyrrohocorax). Είναι σχετικά κοινό επιδημητικό είδος των 3 μεγάλων ορεινών όγκων και συχνά τρέφεται στα οροπέδια. Είναι πιο πολυάριθμο και διαδεδομένο στο νησί απ’ ότι η Κιτρινοκαλιακούδα (P. graculus), σ’ αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην ηπειρωτική Ελλάδα. Καθώς η Κρήτη καλύπτεται από εκτενείς θαμνότοπους, οι τσιροβάκοι (Sylvia spp.) εκπροσωπούνται καλά, με τον Μαυροτσιροβάκο ή Μαυροπούλα (Sylvia melanocephala) να είναι ο πιο κοινός με παρουσία από τις ακτές έως τις ψηλές βουνοπλαγιές. Ο Κοκκινοτσιροβάκος (Sylvia cantillans), ο Μελωδοτσιροβάκος (S. crassirostris) και ο Αιγαιοτσιροβάκος (S. rueppelli) είναι λιγότερο διαδεδομένα, αλλά και τα 3 είδη μπορούν να βρεθούν στους κατάλληλους βιοτόπους. Ο Μαυροσκούφης (S. atricapilla) άρχισε πρόσφατα να εποικίζει το νησί και απαντάται σε υγρές, με πλούσια βλάστηση κοιλάδες. Λόγω του νησιωτικού της χαρακτήρα η ορνιθοπανίδα της Κρήτης διαφοροποιείται απ’ αυτή της ηπειρωτικής χώρας. Όπως είναι φυσικό ο αριθμός των αναπαραγόμενων ειδών του νησιού είναι μικρότερος και πολλά απ’ αυτά τα είδη διευρύνουν τον βιότοπό τους σε σχέση με τους αντίστοιχους πληθυσμούς στην ηπειρωτική Ελλάδα. Για παράδειγμα, τα 2 είδη παπαδίτσας, ο Καλόγερος (Parus major) και η Γαλαζοπαπαδίτσα (P. caeruleus), τα συναντάμε σ’ όλους τους τύπους οικοτόπων, ακόμα και σε εκτάσεις χωρίς δέντρα και στα βουνά πάνω από το δασοόριο, σε υψόμετρο έως 2000μ.
Επίσης και ο Τρυποφράχτης (Troglodytes troglodytes) χρησιμοποιεί ανοικτές εκτάσεις και εκτάσεις πάνω από το δασοόριο, σε υψόμετρο 1800-2200μ, όπου κινείται και φωλιάζει ανάμεσα σε αγριόκεδρους (Juniperus oxycedrus) και λουτσιές (Berberis cretica). Άλλες χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι αυτές του Βλαχοτσίχλονου (Emberiza hortulana) το οποίο κανονικά είναι κυρίως αλπικό είδος και του Σιρλοτσίχλονου (E. cirlus) το οποίο στην υπόλοιπη χώρα προτιμά τις χαμηλές και ημιορεινές ζώνες. Στην Κρήτη συμπεριφέρονται ακριβώς το αντίθετο. Το Βλαχοτσίχλονο το απαντάμε στη ξηρή χαμηλή ζώνη, όπου το Σιρλοτσίχλονο απουσιάζει παντελώς καθώς το βρίσκουμε στις βουνοπλαγιές. Δεν είναι εύκολο κάποιος να προτείνει συγκεκριμένα μέρη στο Ν. Χανίων για την παρατήρηση πουλιών. Η επίσκεψη σε οποιοδήποτε σημείο του νομού θα προσφέρει συγκινήσεις στους ορνιθοπαρατηρητές. Όμως κάποιες ενδεικτικές παρατηρήσεις και συμβουλές μπορούν να φανούν χρήσιμες.
Καταρχάς, η καλύτερη εποχή να επισκεφτεί κάποιος το νησί για παρατήρηση πουλιών είναι η άνοιξη και οι αρχές καλοκαιριού, χωρίς όμως να υστερούν το φθινόπωρο και ο χειμώνας. Ο Ιούλιος και ο Αύγουστος είναι πιο «ήσυχοι» μήνες, αλλά και σε αυτό το διάστημα υπάρχει «κίνηση», καθώς πολλά είδη, κυρίως παρυδάτια διέρχονται κατά το ταξίδι τους προς την Αφρική. Οι περισσότεροι επισκέπτες που ενδιαφέρονται για τη μετανάστευση των πουλιών καλό είναι να επισκεφτούν την περιοχή της Χρυσοσκαλίτισσας και του Ελαφονησίου, την δυτική ακτή καθώς και τα 3 ακρωτήρια του νομού.
Για την παρατήρηση παρυδάτιων πουλιών οι καλύτερες περιοχές είναι η Γεωργιούπολη, η λίμνη του Κουρνά, ο κόλπος της Σούδας (κυρίως η εκβολή του ποταμού Μορώνη), η λίμνη της Αγιάς και η ακτογραμμή δυτικά των Χανίων έως και μετά το Καστέλι, στα Φαλάσαρνα όπου εκβάλλουν ποταμοί όπως ο Κερίτης, ο Ταυρωνίτης και ο Σκουτελώνας. Επιπλέον, στην περιοχή αυτή υπάρχουν πολλές εκτάσεις που πλημμυρίζουν και κρατούν νερό, ανάλογα με τις συνθήκες, έως τα μέσα Μαΐου, προσελκύοντας τα πουλιά. Στα νότια του νησιού μικροί υγρότοποι υπάρχουν στην Παλιόχωρα και στο Φραγκοκάστελο. Τις ορεινές περιοχές και τα ακρωτήρια της Σπάθας και της Γραμβούσας είναι καλό να τα επισκεφτεί κανείς για να παρατηρήσει τους γύπες και τα άλλα αρπακτικά πουλιά του νησιού, όπως επίσης και τις Κοκκινοκαλιακούδες. Κατά τη διάρκεια τόσο της ανοιξιάτικης όσο και της φθινοπωρινής μετανάστευσης τα μεταναστευτικά αρπακτικά που διέρχονται από τη δυτική Κρήτη, προτιμούν κυρίως το δυτικό τμήμα του νομού Χανίων. Τα καλύτερα σημεία για την παρατήρησή τους είναι η κορυφή του Άγιου Δίκαιου, πάνω από το χωριό Έλος και υψηλά σημεία στα ακρωτήρια της Σπάθας και της Γραμβούσας.
Σε γενικές γραμμές ο νομός, με την ποικιλία τοπίων και οικοτόπων προσφέρει πολλές δυνατότητες στον επισκέπτη που ενδιαφέρεται για την παρατήρηση πουλιών. Με τα κιάλια του στο χέρι, έναν καλό χάρτη και οπλισμένος με υπομονή μπορεί σε επίσκεψη μιας εβδομάδας να κάνει αξιόλογες παρατηρήσεις και να ζήσει μοναδικές εμπειρίες.

Κείμενο Φωτογραφίες: Αναστάσιος Σακούλης

Αρχή

Εξερευνήστε

Τουρισμός

Κρητική Διατροφή

Εκδηλώσεις

Διαμονή

Χρήσιμα